Χρόνιες Παθήσεις
Εξειδίκευση στη φροντίδα χρόνιων ασθενών
Στο ιατρείο του στην Κοζάνη, ο
Γενικός Οικογενειακός Ιατρός Σπύρος Κλίνης
προσφέρει ολοκληρωμένη και εξατομικευμένη φροντίδα για ασθενείς με χρόνιες παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η δυσλιπιδαιμία, η ΧΑΠ κ.α.
Δυσλιπιδαιμία
Τι είναι η δυσλιπιδαιμία;
Η δυσλιπιδαιμία είναι μια μεταβολική διαταραχή που αφορά την ανισορροπία των λιπιδίων στο αίμα, δηλαδή της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων. Συγκεκριμένα, μπορεί να περιλαμβάνει αυξημένα επίπεδα της «κακής» χοληστερόλης (LDL), μειωμένα επίπεδα της «καλής» (HDL), ή αυξημένα τριγλυκερίδια. Η κατάσταση αυτή δεν προκαλεί άμεσα συμπτώματα, αλλά αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για αθηροσκλήρωση και μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα όπως, εμφράγματα και εγκεφαλικά επεισόδια.
Τι είναι η «καλή» και η «κακή» χοληστερίνη;
Η χοληστερίνη είναι ένα λιπίδιο που κυκλοφορεί στο αίμα και είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του οργανισμού.
• Η LDL (Low-Density Lipoprotein) είναι γνωστή ως «κακή» χοληστερίνη, γιατί όταν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, μπορεί να εναποτίθεται στα τοιχώματα των αρτηριών, δημιουργώντας αθηρωματική πλάκα
• Αντίθετα, η HDL (High-Density Lipoprotein) θεωρείται «καλή», γιατί συμβάλλει στην απομάκρυνση της περίσσειας χοληστερίνης από τα αγγεία, μεταφέροντάς την στο ήπαρ για αποβολή
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου;
Η εμφάνιση δυσλιπιδαιμίας σχετίζεται με συνδυασμό γενετικών και επίκτητων παραγόντων, όπως:
• Κακή διατροφή, πλούσια σε κορεσμένα και τρανς λιπαρά.
• Παχυσαρκία και έλλειψη σωματικής άσκησης
• Κάπνισμα και υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ
• Σακχαρώδης διαβήτης και υπέρταση
• Κληρονομικότητα: άτομα με οικογενειακό ιστορικό δυσλιπιδαιμίας έχουν αυξημένο κίνδυνο
• Ηλικία και φύλο: άνδρες άνω των 45 και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η δυσλιπιδαιμία είναι ασυμπτωματική, κάτι που την καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνη, αφού μπορεί να προκαλεί βλάβες στον οργανισμό χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Μερικές φορές, σε πολύ υψηλά επίπεδα, μπορεί να εμφανιστούν:
• Ξανθώματα και ξανθελάσματα (λιπώδεις εναποθέσεις στο δέρμα ή γύρω από τα μάτια)
• Ανεξήγητη κόπωση ή δύσπνοια σε άτομα με καρδιολογικά προβλήματα
• Εμφάνιση καρδιαγγειακών επιπλοκών (π.χ. στηθάγχη, έμφραγμα) ως πρώτη εκδήλωση.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται σε αιματολογική εξέταση (λιπιδαιμικό προφίλ), όπου μετρούνται:
• Ολική χοληστερόλη
• LDL («κακή» χοληστερίνη)
• HDL («καλή» χοληστερίνη)
• Τριγλυκερίδια.
Η εξέταση πρέπει να γίνεται πρωινή ώρα, έπειτα από 12ωρη νηστεία και συνίσταται σε τακτική βάση για άτομα άνω των 40 ετών ή με παράγοντες κινδύνου. Αν υπάρχουν παθολογικές τιμές, ο γιατρός αξιολογεί το συνολικό καρδιαγγειακό προφίλ του ασθενούς και υπολογίζει το συνολικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Ποια είναι η θεραπεία;
Η αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας είναι πολύπλευρη και στοχεύει στη ρύθμιση των λιπιδίων και τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου:
• Διατροφική παρέμβαση: μείωση κορεσμένων και τρανς λιπαρών, αύξηση φυτικών ινών, φρούτων και λαχανικών
• Σωματική άσκηση: τουλάχιστον 30 λεπτά άσκηση τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας
• Απώλεια βάρους (όπου χρειάζεται)
• Διακοπή καπνίσματος και περιορισμός αλκοόλ
• Φαρμακευτική αγωγή, όταν η αλλαγή τρόπου ζωής δεν είναι αρκετή, συνήθως με στατίνες ή άλλα υπολιπιδαιμικά φάρμακα (εζετιμίμπη, φιβράτες, νεότερες ενέσιμες θεραπείες).
Σακχαρώδης διαβήτης
Τι είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης;
Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία χρόνια μεταβολική νόσος, κατά την οποία τα επίπεδα του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα παραμένουν αυξημένα. Αυτό οφείλεται είτε στην ανεπάρκεια ινσουλίνης, είτε στη μειωμένη αποτελεσματικότητά της. Η πάθηση επηρεάζει τη μετατροπή των θρεπτικών συστατικών σε ενέργεια και μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά.
Ποιος είναι ο ρόλος της ινσουλίνης;
Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας και επιτρέπει στη γλυκόζη του αίματος να εισέρχεται στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί ως ενέργεια.
Όταν η ινσουλίνη δεν παράγεται επαρκώς ή τα κύτταρα δεν την «αναγνωρίζουν» σωστά (αντίσταση στην ινσουλίνη), τότε το σάκχαρο συσσωρεύεται στο αίμα, οδηγώντας σε υπεργλυκαιμία.
Ποιοι τύποι διαβήτη υπάρχουν;
1. Τύπου 1: Αυτοάνοση μορφή, κατά την οποία το ανοσοποιητικό καταστρέφει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Συνήθως εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία και απαιτεί ινσουλίνη εφ’ όρου ζωής
2. Τύπου 2: Η πιο συχνή μορφή, κυρίως σε ενήλικες. Σχετίζεται με αντίσταση στην ινσουλίνη και υπερβολικό σωματικό βάρος
3. Κυήσεως: Εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και υποχωρεί μετά τον τοκετό, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης τύπου 2 στο μέλλον
4. Δευτεροπαθής διαβήτης: Προκαλείται από άλλα νοσήματα ή χρήση φαρμάκων (π.χ. κορτικοστεροειδή).
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα βασικά συμπτώματα του σακχαρώδη διαβήτη περιλαμβάνουν:
• Αυξημένη δίψα και συχνουρία
• Ανεξήγητη απώλεια βάρους
• Κόπωση και αδυναμία
• Θολή όραση
• Πείνα (πολυφαγία)
• Συχνές λοιμώξεις ή καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων.
Ο διαβήτης τύπου 2 μπορεί να είναι ασυμπτωματικός για χρόνια, γι’ αυτό συχνά διαγιγνώσκεται καθυστερημένα.
Ποιες είναι οι επιπλοκές;
Ο αρρύθμιστος διαβήτης μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και συχνά μη αναστρέψιμες βλάβες:
• Καρδιαγγειακές νόσοι (έμφραγμα, εγκεφαλικό)
• Νεφρική ανεπάρκεια (διαβητική νεφροπάθεια)
• Βλάβες στα μάτια (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, τύφλωση)
• Νευροπάθειες (μούδιασμα, πόνος στα άκρα)
• Διαβητικό πόδι, που μπορεί να οδηγήσει σε ακρωτηριασμό.
Η πρόληψη και η σωστή ρύθμιση μπορούν να καθυστερήσουν ή και να αποτρέψουν τις επιπλοκές.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση γίνεται με εργαστηριακές εξετάσεις αίματος:
• Γλυκόζη νηστείας ≥ 126 mg/dL σε 2 διαδοχικές μετρήσεις
• Καμπύλη σακχάρου (2 ώρες μετά από χορήγηση γλυκόζης) ≥ 200 mg/dL
• Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) ≥ 6,5%
• Τυχαία μέτρηση σακχάρου ≥ 200 mg/dL με συμπτώματα υπεργλυκαιμίας.
Η έγκαιρη διάγνωση είναι καθοριστική για την πρόληψη επιπλοκών.
Ποια είναι η αντιμετώπιση του ΣΔ;
Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο και το βαθμό ρύθμισης και περιλαμβάνει:
• Υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση: Ισορροπημένη διατροφή, μείωση υδατανθράκων και απώλεια βάρους
• Άσκηση: Τακτική φυσική δραστηριότητα που βοηθά στον έλεγχο της γλυκόζης και του βάρους
• Φαρμακευτική αγωγή:
o Στον τύπο 2: αντιδιαβητικά δισκία ή συνδυασμοί φαρμάκων
o Στον τύπο 1 και προχωρημένο τύπο 2: ινσουλίνη
• Τακτική παρακολούθηση: μέτρηση σακχάρου, HbA1c, έλεγχος επιπλοκών.
Η προσέγγιση είναι πολυπαραγοντική, με ενεργό συμμετοχή του ασθενούς στη διαχείριση της πάθησης.
Αρτηριακή υπέρταση
Τι είναι η αρτηριακή υπέρταση;
Η αρτηριακή υπέρταση είναι η αυξημένη πίεση του αίματος μέσα στις αρτηρίες. Συγκεκριμένα, όταν η πίεση ξεπερνά συστηματικά τις φυσιολογικές τιμές (συνήθως πάνω από 140/90 mmHg), τότε θεωρείται ότι υπάρχει υπέρταση. Πρόκειται για χρόνια πάθηση που αν δεν ελεγχθεί, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για έμφραγμα, εγκεφαλικό και άλλες καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Τι σημαίνει συστολική και διαστολική πίεση;
Η αρτηριακή πίεση μετράται με δύο αριθμούς:
• Συστολική πίεση (ο «μεγάλος» αριθμός): η πίεση στις αρτηρίες όταν η καρδιά συσπάται και στέλνει αίμα
• Διαστολική πίεση (ο «μικρός» αριθμός): η πίεση όταν η καρδιά βρίσκεται σε φάση χαλάρωσης μεταξύ δύο χτύπων.
Παράδειγμα: 130/80 mmHg → 130 είναι η συστολική και 80 η διαστολική πίεση.
Ποια είναι τα αίτια της υπέρτασης;
Τα αίτια της υπέρτασης διακρίνονται σε:
• Πρωτοπαθή (ιδιοπαθή) υπέρταση: Η πιο συχνή μορφή (90-95%), χωρίς συγκεκριμένη αιτία. Σχετίζεται με:
o Ηλικία
o Γενετική προδιάθεση
o Παχυσαρκία
o Καθιστική ζωή
o Υπερβολική κατανάλωση αλατιού ή αλκοόλ
o Άγχος και κάπνισμα
• Δευτεροπαθής υπέρταση: Προκαλείται από άλλες παθήσεις, όπως:
o Νεφρικά νοσήματα
o Ορμονικές διαταραχές
o Ορισμένα φάρμακα (π.χ. κορτιζόνη, αποσυμφορητικά)
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Η υπέρταση συχνά αποκαλείται «σιωπηλός δολοφόνος», καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκαλεί καθόλου συμπτώματα. Όταν υπάρχουν, μπορεί να περιλαμβάνουν:
• Πονοκέφαλο, ιδιαίτερα στην πίσω περιοχή του κεφαλιού
• Ζάλη
• Θόλωση της όρασης
• Αίσθημα παλμών ή πίεσης στο στήθος
• Ρινορραγίες (σε σοβαρές περιπτώσεις)
Γι’ αυτό και η τακτική μέτρηση της πίεσης είναι απαραίτητη, ακόμη και χωρίς ενδείξεις.
Ποια είναι η θεραπεία της υπέρτασης;
Η θεραπεία της υπέρτασης βασίζεται σε συνδυασμό αλλαγής τρόπου ζωής και φαρμακευτικής αγωγής, όταν χρειάζεται.
• Αλλαγές στον τρόπο ζωής:
o Υγιεινή διατροφή (μείωση αλατιού, λιπαρών, αύξηση φρούτων και λαχανικών)
o Τακτική σωματική άσκηση
o Απώλεια περιττού βάρους
o Περιορισμός αλκοόλ και διακοπή καπνίσματος
o Διαχείριση άγχους
• Φαρμακευτική αγωγή:
o Διουρητικά
o Β-αναστολείς
o Αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές ασβεστίου
o Άλλοι ρυθμιστές αγγειακής πίεσης, ανάλογα με το προφίλ του ασθενούς
Η σωστή και σταθερή ρύθμιση της πίεσης μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών επιπλοκών.
Οστεοπόρωση
Τι είναι η οστεοπόρωση;
Η οστεοπόρωση είναι μια χρόνια πάθηση των οστών, κατά την οποία μειώνεται η οστική πυκνότητα και η ποιότητά τους, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο εύθραυστα και επιρρεπή σε κατάγματα. Συχνότερα προσβάλλει γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε άνδρες ή νεότερα άτομα με συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Η οστεοπόρωση δεν προκαλεί συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Συχνά γίνεται αντιληπτή μόνο όταν προκύψει κάποιο κάταγμα, ακόμα και μετά από ήπιο τραυματισμό. Ενδείξεις μπορεί να περιλαμβάνουν:
• Πόνο στη μέση ή την πλάτη
• Μείωση ύψους με την πάροδο του χρόνου
• Κύφωση
• Κατάγματα σε ισχίο, σπονδυλική στήλη ή καρπό χωρίς σημαντική πρόσκρουση (χαμηλής βίας).
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η βασική εξέταση για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι η μέτρηση οστικής πυκνότητας (DEXA scan), συνήθως στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο.
Επιπλέον, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει αιματολογικές εξετάσεις για να αποκλείσει άλλες αιτίες απώλειας οστού και να αξιολογήσει παράγοντες κινδύνου (π.χ. βιταμίνη D, ασβέστιο, ορμόνες).
Υπάρχει θεραπεία;
Ναι, η οστεοπόρωση μπορεί να αντιμετωπιστεί και να επιβραδυνθεί η εξέλιξή της. Η θεραπεία περιλαμβάνει:
• Συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D
• Φαρμακευτική αγωγή που ενισχύει την οστική πυκνότητα (π.χ. διφωσφονικά, παραθορμόνη, denosumab)
• Ασκήσεις ενδυνάμωσης και ισορροπίας για την πρόληψη πτώσεων
• Διατροφικές αλλαγές (πλούσιες σε ασβέστιο και πρωτεΐνη)
• Αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ.
Η πρόληψη και η πρώιμη παρέμβαση είναι καθοριστικές για τη διατήρηση της κινητικότητας και της ποιότητας ζωής.
Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
Τι είναι η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ);
Η ΧΑΠ είναι μια χρόνια και προοδευτική νόσος των πνευμόνων, η οποία χαρακτηρίζεται από μόνιμο περιορισμό της ροής του αέρα στους αεραγωγούς.
Η ΧΑΠ δεν είναι πλήρως αναστρέψιμη, αλλά μπορεί να ελεγχθεί με κατάλληλη θεραπεία.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα κυριότερα συμπτώματα της ΧΑΠ περιλαμβάνουν:
• Χρόνιος βήχας, με ή χωρίς απόχρεμψη (φλέγματα)
• Δύσπνοια, αρχικά κατά την προσπάθεια και σταδιακά και σε ηρεμία
• Συριγμός (σφύριγμα κατά την αναπνοή)
• Αίσθημα «βαριάς» αναπνοής
• Συχνές λοιμώξεις του αναπνευστικού.
Τα συμπτώματα επιδεινώνονται σταδιακά και μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του ατόμου.
Ποια είναι τα αίτια;
Το κυριότερο αίτιο της ΧΑΠ είναι το κάπνισμα (ενεργητικό ή παθητικό). Άλλοι παράγοντες περιλαμβάνουν:
• Μακροχρόνια έκθεση σε ρυπογόνες ουσίες, καπνό ξύλου, σκόνες ή χημικά
• Κληρονομική προδιάθεση, όπως έλλειψη του ενζύμου α1-αντιθρυψίνης
• Συχνές λοιμώξεις του αναπνευστικού κατά την παιδική ηλικία.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της ΧΑΠ βασίζεται σε:
• Κλινική εξέταση και ιατρικό ιστορικό
• Σπιρομέτρηση, που μετράει τον όγκο και τη ροή του αέρα κατά την αναπνοή
• Ακτινογραφία ή αξονική θώρακος, για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων
• Ανάλυση αερίων αίματος, σε πιο προχωρημένα στάδια.
Πώς γίνεται η σπιρομέτρηση;
Η σπιρομέτρηση είναι μια απλή και ανώδυνη εξέταση αναπνοής. Ο ασθενής:
1. Εισπνέει βαθιά
2. Εκπνέει απότομα και όσο πιο δυνατά γίνεται μέσα σε ειδικό μηχάνημα (σπιρόμετρο)
3. Το μηχάνημα καταγράφει τον όγκο αέρα που αποβάλλεται και τη ροή του αέρα.
Η σπιρομέτρηση αποκαλύπτει εάν υπάρχει απόφραξη στους αεραγωγούς και βοηθά στην εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου.
Υπάρχει θεραπεία;
Η ΧΑΠ δεν θεραπεύεται οριστικά, αλλά μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με τους εξής τρόπους:
• Διακοπή καπνίσματος (είναι το πιο κρίσιμο βήμα)
• Εισπνεόμενα φάρμακα (βρογχοδιασταλτικά, κορτικοστεροειδή)
• Αναπνευστική φυσικοθεραπεία και ασκήσεις ενίσχυσης της αναπνοής
• Εμβολιασμός κατά της γρίπης και του πνευμονιόκοκκου
• Οξυγονοθεραπεία, σε προχωρημένα στάδια
• Διατροφή, άσκηση και ψυχολογική υποστήριξη.
Η σωστή και έγκαιρη παρέμβαση βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής και μειώνει τις παροξύνσεις.
Αγχώδης Διαταραχή
Τι είναι οι αγχώδεις διαταραχές;
Οι αγχώδεις διαταραχές είναι ψυχικές παθήσεις που χαρακτηρίζονται από υπερβολικό και επίμονο άγχος ή φόβο, το οποίο δεν αντιστοιχεί στην πραγματική απειλή και επηρεάζει την καθημερινή ζωή του ατόμου. Περιλαμβάνουν διάφορους τύπους, όπως:
• Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (ΓΑΔ)
• Διαταραχή πανικού
• Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD)
• Κοινωνική φοβία
• Ειδικές φοβίες
• Μετατραυματικό στρες (PTSD).
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα ποικίλλουν ανάλογα με τον τύπο της διαταραχής, αλλά συχνά περιλαμβάνουν:
Σωματικά:
• Ταχυκαρδία
• Τρέμουλο
• Εφίδρωση
• Ζάλη
• Δύσπνοια ή «κόμπος» στο στήθος.
Ψυχολογικά:
• Έντονη ανησυχία ή φόβος χωρίς προφανή λόγο
• Δυσκολία συγκέντρωσης
• Αίσθημα απώλειας ελέγχου
• Δυσκολία στον ύπνο
• Αποφυγή καταστάσεων που προκαλούν άγχος.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση γίνεται με:
• Λήψη ιστορικού
• Αναλυτική συζήτηση και αξιολόγηση των συμπτωμάτων και της διάρκειάς τους
• Ψυχομετρικά τεστ και ερωτηματολόγια άγχους
• Αποκλεισμό οργανικών αιτίων με ιατρικές εξετάσεις (όπου χρειάζεται).
Σημαντικό κριτήριο είναι η επίδραση του άγχους στην καθημερινότητα του ατόμου (εργασία, κοινωνική ζωή, ύπνος).
Υπάρχει θεραπεία;
Ναι, οι αγχώδεις διαταραχές είναι αντιμετωπίσιμες με εξαιρετικά αποτελέσματα. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει:
• Ψυχοθεραπεία: κυρίως γνωσιακή-συμπεριφορική (CBT), που βοηθά στην αλλαγή του τρόπου σκέψης και συμπεριφοράς
• Φαρμακευτική αγωγή: αγχολυτικά ή αντικαταθλιπτικά, ανάλογα με τη σοβαρότητα
• Τεχνικές χαλάρωσης και διαχείρισης άγχους (αναπνοές, mindfulness, διαλογισμός)
• Άσκηση, σωστή διατροφή και ύπνος, ως βασικά στηρίγματα της ψυχικής υγείας.
Η έγκαιρη διάγνωση και η εξατομικευμένη προσέγγιση οδηγούν σε ουσιαστική βελτίωση της ποιότητας ζωής.
Κατάθλιψη
Τι είναι η κατάθλιψη;
Η κατάθλιψη είναι μια συχνή ψυχική διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο που ένα άτομο νιώθει, σκέφτεται και λειτουργεί καθημερινά. Δεν πρόκειται απλώς για «κακή διάθεση» ή στεναχώρια, αλλά για επίμονη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος και μειωμένη ενεργητικότητα που διαρκεί για τουλάχιστον δύο εβδομάδες και επηρεάζει τη λειτουργικότητα του ατόμου.
Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα της κατάθλιψης μπορεί να είναι:
Συναισθηματικά:
• Θλίψη, κλάματα χωρίς λόγο
• Έλλειψη ευχαρίστησης ή ενδιαφέροντος για δραστηριότητες
• Ενοχές, αίσθημα ανικανότητας ή αναξιότητας.
Σωματικά & γνωστικά:
• Κόπωση ή εξάντληση
• Αϋπνία ή υπερβολικός ύπνος
• Δυσκολία συγκέντρωσης ή λήψης αποφάσεων
• Αλλαγές στην όρεξη και το βάρος
• Σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας (σε σοβαρές περιπτώσεις).
Ποια είναι τα αίτια της κατάθλιψης;
Η κατάθλιψη προκαλείται από συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων, όπως:
• Γενετική προδιάθεση
• Αλλαγές σε νευροδιαβιβαστές στον εγκέφαλο (π.χ. σεροτονίνη)
• Χρόνιο στρες ή τραυματικά γεγονότα (πένθος, κακοποίηση, ανεργία)
• Ορμονικές διαταραχές (π.χ. θυρεοειδής, λοχεία)
• Χρόνιες παθήσεις ή φάρμακα
• Έλλειψη κοινωνικής στήριξης.
Πώς θεραπεύεται η κατάθλιψη;
Η κατάθλιψη είναι αντιμετωπίσιμη και συχνά πλήρως θεραπεύσιμη, με τις εξής προσεγγίσεις:
• Ψυχοθεραπεία: κυρίως η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η διαπροσωπική θεραπεία.
• Φαρμακευτική αγωγή: αντικαταθλιπτικά (SSRIs, SNRIs κ.λπ.)
• Σωματική δραστηριότητα και υγιεινός τρόπος ζωής βοηθούν στην αντιμετώπιση.
• Σε πιο σοβαρές ή ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί να εξεταστούν και άλλες επιλογές, όπως η διαπροσωπική υποστήριξη, η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT) ή νεότερες θεραπείες.
Η έγκαιρη αναγνώριση και η κατάλληλη βοήθεια μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική βελτίωση ή πλήρη ανάρρωση.
Χρόνιος πόνος
Τι είναι ο χρόνιος πόνος;
Ο χρόνιος πόνος είναι πόνος που διαρκεί περισσότερο από 3 μήνες, πέρα από την αναμενόμενη επούλωση ενός τραυματισμού ή ασθένειας. Δεν αποτελεί απλώς σύμπτωμα, αλλά μια αυτόνομη κατάσταση, που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργικότητα, την ψυχική υγεία και την ποιότητα ζωής του ατόμου.
Ποια είναι τα πιο συχνά αίτια χρόνιου πόνου;
Ο χρόνιος πόνος μπορεί να προέρχεται από διάφορες καταστάσεις, όπως:
• Μυοσκελετικά προβλήματα: οσφυαλγία, αυχενικό σύνδρομο, αρθρίτιδα, ινομυαλγία
• Νευροπαθητικός πόνος: λόγω διαβήτη, έρπητα ζωστήρα, νευρικών βλαβών
• Καρκινικός πόνος
• Κεφαλαλγίες και ημικρανίες
• Μετεγχειρητικός πόνος ή πόνος από τραύμα
• Σύνδρομο χρόνιου πυελικού ή κοιλιακού πόνου
• Αγνώστου αιτίας: σε πολλές περιπτώσεις δεν εντοπίζεται σαφής οργανική αιτία.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί ή θα τον έχω για πάντα;
Ο χρόνιος πόνος μπορεί να μην ελεγχθεί πλήρως, αλλά είναι διαχειρίσιμος. Με τη σωστή προσέγγιση, πολλά άτομα καταφέρνουν να:
• Μειώσουν την ένταση του πόνου
• Ελέγξουν τις εξάρσεις
• Βελτιώσουν τη λειτουργικότητα και την καθημερινότητά τους
• Ανακτήσουν την ψυχολογική ισορροπία.
Στόχος της θεραπείας είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής, όχι απλώς η «εξάλειψη» του πόνου.
Ποια είναι η σωστή προσέγγιση για τη διαχείριση χρόνιου πόνου;
Η διαχείριση του χρόνιου πόνου απαιτεί πολυπαραγοντική και εξατομικευμένη προσέγγιση, που περιλαμβάνει:
• Ιατρική παρακολούθηση από εξειδικευμένο γιατρό (π.χ. ιατρείο πόνου)
• Φαρμακευτική αγωγή, εξατομικευμένη ανάλογα με το είδος του πόνου
• Φυσικοθεραπεία και κινησιοθεραπεία
• Ψυχολογική υποστήριξη, καθώς ο χρόνιος πόνος συχνά συνδέεται με άγχος ή κατάθλιψη
• Εκπαίδευση του ασθενούς στη διαχείριση του πόνου (π.χ. ημερολόγιο πόνου, τεχνικές αναπνοής)
• Εναλλακτικές μέθοδοι, όπως βελονισμός, γιόγκα, TENS, διαλογισμός.
Ποια φάρμακα χρησιμοποιούνται και είναι ασφαλή;
Τα φάρμακα για τον χρόνιο πόνο πρέπει να επιλέγονται προσεκτικά και ανάλογα με την αιτία του πόνου. Μερικές κατηγορίες είναι:
• Αναλγητικά (παρακεταμόλη)
• Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ) – με προσοχή σε μακροχρόνια χρήση
• Οπιοειδή, σε σοβαρό πόνο, με αυστηρή ιατρική παρακολούθηση
• Αντικαταθλιπτικά και αντιεπιληπτικά φάρμακα, ειδικά για νευροπαθητικό πόνο
• Τοπικές κρέμες ή επιθέματα (π.χ. καψαϊκίνη, λιδοκαΐνη).
Η ασφάλεια εξαρτάται από τη σωστή δοσολογία, τη διάρκεια και την παρακολούθηση από γιατρό.
Τι είναι η Παρηγορική / Ανακουφιστική Φροντίδα;
Η παρηγορική φροντίδα είναι η εξειδικευμένη ιατρική υποστήριξη που αποσκοπεί στην ανακούφιση του πόνου και της δυσφορίας σε ασθενείς με σοβαρές ή ανίατες ασθένειες, όπως ο καρκίνος ή η τελική νεφρική/καρδιακή ανεπάρκεια.
Δεν έχει στόχο την ίαση της νόσου, αλλά:
• Την ανακούφιση των συμπτωμάτων
• Την υποστήριξη της ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασης
• Τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς και της οικογένειας.
Εφαρμόζεται σε οποιοδήποτε στάδιο της νόσου και συχνά συνδυάζεται με ενεργή θεραπεία.
Γηριατρικά σύνδρομα
Γηριατρική ευπάθεια
Πρόκειται για μειωμένη φυσιολογική εφεδρεία και ανθεκτικότητα του οργανισμού των ηλικιωμένων σε καταπονήσεις (π.χ. λοίμωξη, πτώση, χειρουργείο). Συχνά συνοδεύεται από απώλεια βάρους, αδυναμία, κόπωση και μειωμένη κινητικότητα. Είναι προγνωστικός δείκτης αυξημένης νοσηρότητας, αναπηρίας και θνησιμότητας.
Πολυνοσηρότητα
Ορίζεται ως η συνύπαρξη δύο ή περισσότερων χρόνιων νοσημάτων στο ίδιο άτομο (π.χ. διαβήτης, υπέρταση, οστεοαρθρίτιδα). Απαιτεί συντονισμένη και ολιστική αντιμετώπιση, καθώς επηρεάζει τη λειτουργικότητα, τη φαρμακευτική αγωγή και την ποιότητα ζωής.
Πολυφαρμακία – Απόσυρση φαρμάκων (Deprescribing)
Η πολυφαρμακία (λήψη ≥5 φαρμάκων καθημερινά) είναι συχνή στους ηλικιωμένους και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο παρενεργειών, αλληλεπιδράσεων και πτώσεων. Η ορθολογική απόσυρση φαρμάκων (deprescribing) είναι απαραίτητη, όταν κάποιο φάρμακο δεν είναι πλέον απαραίτητο ή γίνεται επικίνδυνο με την πάροδο της ηλικίας.
Μειωμένη νοητική λειτουργία
Πολλοί ηλικιωμένοι εμφανίζουν προοδευτική μείωση στην αντίληψη, συγκέντρωση, κρίση ή μνήμη, χωρίς να πληρούν πάντα τα κριτήρια για άνοια. Η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι αναστρέψιμη ή εξελικτική, και απαιτεί προσεκτική εκτίμηση και παρακολούθηση.
Διαταραχές μνήμης – Ανοϊκά σύνδρομα – Άγχος – Κατάθλιψη
Η ήπια γνωστική διαταραχή μπορεί να εξελιχθεί σε άνοια, με πιο γνωστή τη νόσο Alzheimer. Συχνά συνυπάρχουν ή συγχέονται με αγχώδεις ή καταθλιπτικές διαταραχές, που επίσης επηρεάζουν τη μνήμη και τη λειτουργικότητα. Η ψυχολογική υποστήριξη, η φαρμακευτική αγωγή και η ενεργή νοητική εμπλοκή είναι βασικά εργαλεία παρέμβασης.
Διαταραχές σίτισης και ύπνου
Η ανορεξία των ηλικιωμένων, οι δυσκολίες στην κατάποση (δυσφαγία) και η απώλεια γεύσης μπορεί να οδηγήσουν σε υποθρεψία και καχεξία. Παράλληλα, προβλήματα ύπνου, όπως αϋπνία ή κατακερματισμένος ύπνος, είναι συχνά και επηρεάζουν τη σωματική και ψυχική υγεία.
Ζάλη – Αστάθεια – Πτώσεις
Η πτώση είναι από τα πιο επικίνδυνα γηριατρικά σύνδρομα, με σοβαρές επιπλοκές (κατάγματα, απώλεια αυτονομίας, νοσηλεία). Συνδέεται με νευρολογικά, αιθουσαία, καρδιαγγειακά αίτια, περιβαλλοντικούς παράγοντες ή φάρμακα. Η αξιολόγηση κινδύνου πτώσης και η πρόληψη με άσκηση, φυσικοθεραπεία και τροποποίηση του περιβάλλοντος, είναι ζωτικής σημασίας.
Επιβάρυνση των φροντιστών
Ιατρική του τρόπου ζωής
Πώς ο τρόπος ζωής και οι καθημερινές μας συνήθειες επηρεάζουν την υγεία μας:
Παχυσαρκία
Η παχυσαρκία αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα υγείας και σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για:
• Καρκίνο, διαβήτη τύπου 2, υπέρταση και καρδιαγγειακά νοσήματα
• Ορθοπαιδικά προβλήματα (αρθρίτιδα, πόνος στη μέση)
• Ψυχική επιβάρυνση (κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση)
Αντικατοπτρίζει συχνά ανθυγιεινές συνήθειες όπως υπερκατανάλωση θερμίδων και καθιστική ζωή.
Κάπνισμα
Το κάπνισμα είναι η νούμερο 1 αιτία πρόωρης θνησιμότητας που μπορεί να προληφθεί.
Συνδέεται με:
• Καρκίνο του πνεύμονα και άλλων οργάνων
• Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
• Καρδιαγγειακές νόσους και αγγειακά εγκεφαλικά.
Επηρεάζει επίσης την ποιότητα ζωής, την αναπνοή και την αντοχή. Η διακοπή του έχει άμεσα και μακροπρόθεσμα οφέλη.
Έλλειψη σωματικής άσκησης
Η καθιστική ζωή αυξάνει τον κίνδυνο για:
• Παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση
• Οστεοπόρωση και μυϊκή αδυναμία
• Κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές
Η τακτική άσκηση ενισχύει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα, βελτιώνει τη διάθεση και μειώνει τη συνολική θνησιμότητα.
Κακή διατροφή
Μια διατροφή φτωχή σε θρεπτικά συστατικά και πλούσια σε ζάχαρη, κορεσμένα λιπαρά και αλάτι σχετίζεται με:
• Καρδιαγγειακά προβλήματα
• Διαβήτη τύπου 2
• Κακή λειτουργία του εντέρου και του εγκεφάλου
Η Μεσογειακή διατροφή, με έμφαση σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια και ελαιόλαδο, προάγει την μακροζωία και την καλή υγεία.
Διαταραχή του ύπνου
Ο κακός ή ανεπαρκής ύπνος επηρεάζει άμεσα:
• Το ανοσοποιητικό σύστημα, την πνευματική απόδοση, τη μνήμη
• Την ψυχική υγεία (άγχος, κατάθλιψη)
• Την ορμονική ισορροπία και το μεταβολισμό
Η σταθερή ρουτίνα ύπνου και η αποφυγή οθονών/καφεΐνης το βράδυ συμβάλλουν στη βελτίωσή του.
Κοινωνική συνδεσιμότητα
Η ποιότητα και ποσότητα των κοινωνικών σχέσεων έχει άμεση επίδραση στην υγεία:
• Προστατεύει από κατάθλιψη, μοναξιά, γνωστική έκπτωση
• Ενισχύει την ψυχολογική ανθεκτικότητα
• Συνδέεται με μειωμένα ποσοστά θνησιμότητας, παρόμοια με τα οφέλη της άσκησης ή της διακοπής του καπνίσματος
Η κοινωνική απομόνωση θεωρείται πλέον παράγοντας κινδύνου για τη γενική υγεία.
Στο ιατρείο του Σπύρου Κλίνη, Γενικού Οικογενειακού Ιατρού στην Κοζάνη, στόχος μας είναι η πρόληψη επιπλοκών, η σταθερή παρακολούθηση, η σωστή ρύθμιση και — πάνω απ’ όλα — η βελτίωση της ποιότητας ζωής κάθε ασθενούς.

